Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

Ο Μακαριστός Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης για τον Άγιο Αυγουστίνο

11

«Ὁ  ἄνθρωπος δὲν εἶνε μόνο διάνοια· εἶνε πρὸ παντὸς καρδιά. Καὶ ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος ὑπῆρξε κατ᾽ ἐξοχὴν καρδιά, καρδιὰ θερμὴ ὅπως τὸ ἔδαφος τῆς Ἀφρικῆς. Πρὶν μετανοήσῃ ἦταν ἐραστὴς τῆς γῆς καὶ τῶν γηίνων· ὅταν πίστεψε ἔγινε ἐραστὴς τῶν οὐρανίων. Σ᾽ αὐτὸν ἁρμόζει τὸ ψαλμικὸ «Θεέ μου, ἐσένα δίψασε ἡ ψυχή μου» (Ψαλμ. 62,2)… Στὴν καρδιὰ τοῦ Αὐγουστίνου ἄναψαν πόθοι οὐράνιοι, ἐπιθυμίες ἱερὲς καὶ ἅγιες… Ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος εἶχε δίψα γνώσεως, ἱερᾶς γνώσεως τῆς Γραφῆς, δίψα ἁγιότητος. Εἶχε ἀκόμη τὴ δίψα τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν…, εἶχε τὴ δίψα τῆς αἰωνίου ζωῆς, δίψα παραδείσου… Πίστευε στὴν ἄλλη ζωή, καὶ ποθοῦσε τὰ κάλλη τῆς αἰωνιότητος. Γι᾽ αὐτὸ ζοῦσε πάνω στὴ γῆ σὰν ἄγγελος».
(«Κυριακὴ» φ. 1084)
 
«Ἐὰν ἐξετάσουμε τὸν ἅγιο Αὐγουστῖνο κατὰ κόσμον, χωρὶς ἀμφιβολία ἦταν χαρισματοῦχος μὲ ἔξοχα τάλαντα· ῥήτορας σπάνιος, συγγραφεὺς ἐμπνευσμένος, δημιουργὸς μὲ πλούσια φαντασία, μεγαλοφυΐα, πνεῦμα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ σπανίως παρουσιάζονται. Ἀλλὰ τί νὰ τὰ κάνῃς ὅλα αὐτά; Τὸ σπουδαιότερο ἀπ᾽ ὅλα γιὰ τὸν ἱερὸ Αὐγουστῖνο εἶνε, ὅτι ἦταν ἅγιος… Στὸν ἱερὸ Αὐγουστῖνο βλέπουμε, ἀγαπητοί μου, δύο πράγματα· τὸ βάθος καὶ τὸ ὕψος. Ἔφθασε σὲ πυθμένα ἁμαρτίας, ἀλλὰ κατόπιν ἔφθασε σὲ ὕψη ἀπροσπέλαστα ἁγιότητος διὰ τῆς μετανοίας καὶ τῶν ἀγαθῶν ἔργων τῆς πίστεως»     
(«Κυριακή», φ. 1266)

Γύρω από την Αγιότητα του Ιερού Αυγουστίνου

τοῦ π. Σεραφεὶμ Ρόουζ

avgoustinos
 
Όλοι γνωρίζουμε τὴν ἐσφαλμένη διδασκαλία τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου περὶ χάριτος, ἀλλὰ γιατί νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ «φονταμενταλιστικὴ» προσπάθεια νὰ καταστρέψουμε κάποιον τὸν ὁποῖο ἡ Ὀρθόδοξη παράδοσι ποτέ δὲν ἀρνήθηκε νὰ κατατάξῃ ἀνάμεσα στοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας;…ἅγιος Νικόδημος τὸν συμπεριέλαβε στὸ Ἀνατολικό μας ἁγιολόγιο…, καὶ οἱ ῾Ρῶσοι Πατέρες τοῦ 19ου αἰῶνος ἔπραξαν ὁμοίως. Ἡ Ε΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος θεωρεῖ τὸν Αὐγουστῖνο θεολογικὴ αὐθεντία καὶ ἴσο μὲ τὸν ἅγιο Βασίλειο, τὸν Γρηγόριο καὶ τὸν Ἰωάννη Χρυσόστομο, χωρὶς νὰ τὸν ξεχωρίζῃ καθόλου ἀπὸ τοὺς Πατέρες αὐτούς. Οἱ σύγχρονοι τοῦ Αὐγουστίνου ποὺ διαφωνοῦσαν μαζί του (ἅγιος Βικέντιος ὁ Λερινίτης, ἅγιος Ἰωάννης ὁ Κασσιανός) διώρθωσαν τὶς διδασκαλίες του αὐτὲς χωρὶς νὰ ἀναφέρουν τὸ ὄνομά του ἀπὸ σεβασμό· ποῦ νὰ τολμήσουν νὰ τὸν ὀνομάσουν «αἱρετικό»; Οἱ ἄλλοι σύγχρονοί του, μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἶνε μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, πάντα τὸν ἀνέφεραν μὲ μεγάλο σεβασμό. Ἡ οἰκουμενικὴ Ὀρθόδοξη παράδοσι τὸν δέχεται ἀναμφίβολα ὡς ἕναν ἅγιο Πατέρα, ―μολονότι ὑπάρχει μιὰ κηλίδα στὴ διδασκαλία του―, ὅπως τὸν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης στὴν Ἀνατολή. Ἀπὸ ποῦ τότε προῆλθε αὐτὴ ἡ παράξενη «Προτεσταντική» ἐκστρατεία, ἡ ὁποία καταδικάζει τὸν ἱερὸ Αὐγουστῖνο ὡς αἱρετικὸ καὶ οἱ πρεσβευταί της κατηγοροῦν ὁλοκληρωτικὰ ὅποιον δὲν συμφωνεῖ μ᾽ αὐτούς; Αὐτὸ μᾶς ἀνησυχεῖ πολύ…
 Μοιραζόμαστε τὴν ἀνησυχία μας μαζί σου, γιατὶ ἀποθαρρυνόμαστε ἀπ᾽ αὐτὴ τὴ νοσηρὴ ἀντίληψι, ποὺ εἶνε πραγματικὰ «ζῆλος Θεοῦ… ἀλλ᾽ οὐ κατ᾽ ἐπίγνωσιν» (῾Ρωμ. 10,2). (ἀπὸ ἐπιστολή του σὲ κληρικό, σσ. 119-121)
Τελευταῖα παρατηρήσαμε πόσο ῥηχὴ εἶνε ἡ συζήτησι γύρω ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, μιὰ ψυχρή, ἰδιοτελὴς προσέγγισι, ἡ ὁποία ἢ τὸν «δέχεται» συγκαταβατικὰ ἢ τὸν «ἀπορρίπτει ἀπὸ τὸ ἑορτολόγιο», βασισμένη μονάχα στὴν ἀφῃρημένη ἀνάλυσι τῆς διδασκαλίας του. Ἀλλὰ ἡ ἀληθινὴ Ὀρθόδοξη ὀπτικὴ εἶνε πρωτίστως νὰ μὴ ἐμπιστευθῇ κανεὶς τὶς προσωπικές του θεολογικὲς ἀπόψεις καὶ ν᾽ ἀναρωτηθῇ· τί λένε οἱ Γέροντές μας; πῶς σκέπτονταν οἱ τελευταῖοι Πατέρες;… Ἀλλὰ οἱ «νέοι θεολόγοι», ὅταν ἀκοῦνε πὼς οἱ πρόσφατοι Πατέρες μας, ὅπως ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἢ ὁ δικός μας Ἀρχιεπίσκοπος Ἰωάννης, εἶχαν μεγάλο σεβασμὸ πρὸς τὸν ἱερὸ Αὐγουστῖνο, λένε μὲ περιφρόνησι «Βρίσκονται κάτω ἀπὸ δυτικὴ ἐπίδρασι» καὶ ἀπορρίπτουν τὶς βαρυσήμαντες γνῶμες τους μὲ ἕναν ἀρκετὰ «δυτικό», ψυχρὸ καὶ χωρὶς ἐπιείκεια τρόπο. Ὅσοι διάβασαν τὶς Ἐξομολογήσεις τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου μὲ συμπάθεια, δὲν θὰ βιάζονταν νὰ τὸν «ἀπορρίψουν ἀπὸ τὸ ἑορτολόγιο», γιατὶ θὰ δοῦν ἀκριβῶς στὸ βιβλίο αὐτὸ αὐτὸν τὸν ἔνθερμο ζῆλο καὶ τὴν ἀγάπη ποὺ μᾶς λείπει ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη ζωή μας σήμερα!
(ἀπὸ ἄλλη ἐπιστολή του, σ. 123) 
 
Ἂν ἡ προσπάθειά σου εἶνε νὰ μάθῃς τὴν πραγματικὴ θέσι τοῦ Αὐγουστίνου μέσα στὴν Ὀρθοδοξη Ἐκκλησία, νομίζω πὼς αὐτή σου ἡ προσπάθεια εἶνε λανθασμένη. Προϋποθέτει πὼς ἐμεῖς «οἱ μοντέρνοι» εἴμαστε οἱ κατάλληλοι νὰ τὸ κάνουμε, ὅτι ἐμεῖς «γνωρίζουμε καλύτερα» τὴ θεολογία ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλον στὸ παρελθόν. Δὲν νομίζω. Ἔχω μιὰ βαθειὰ δυσπιστία πρὸς ὅλους ἐμᾶς, ποὺ γράφουμε περὶ θεολογικῶν θεμάτων σήμερα. Εἴμαστε σήμερα περισσότερο ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὴν «δυτικὴ ἐπίδρασι» ἀπὸ ὅσο ποτέ, καὶ ὅσο τὸ ἀγνοοῦμε αὐτὸ τόσο πιὸ ἐπιβλαβὴς γίνεται ὁ «δυτικισμός» μας. Ἡ ὅλη ψυχρή, ἀκαδημαϊκὴ καὶ συχνὰ περιφρονητικὴ προσέγγισί μας στὴ θεολογία εἶνε πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῶν Πατέρων καὶ πολὺ ξένη πρὸς αὐτούς. Ἂς τὸ ὁμολογήσουμε αὐτὸ καὶ ἂς προσπαθήσουμε νὰ μὴν εἴμαστε τόσο ὑπερόπτες (μιλάω καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό μου)… Πῶς ἔβλεπε ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία τὸν ἱερὸ Αὐγουστῖνο τὰ χρόνια ποὺ ἦταν Ὀρθόδοξη; Ἡ Δύσι τὸν θεωροῦσε δικό της Πατέρα, γνώριζε καλὰ τὰ ἔργα του, ὅπως ἐπίσης καὶ τὶς ἔριδες ποὺ ὑπῆρχαν πάνω σ᾽ αὐτά. Πῶς ἔβλεπαν τὸν ἱερὸ Αὐγουστῖνο αὐτοὶ οἱ δυτικοὶ Πατέρες ποὺ ἦταν συνδεδεμένοι μὲ τὴν Ἀνατολή; Γνωρίζουμε τὴν ἄποψι τοῦ ἁγίου Κασσιανοῦ· ἤλεγξε (εὐγενικά) τὴ διδασκαλία τοῦ Αὐγουστίνου περὶ χάριτος, ἐνῷ συγχρόνως τὸν δεχόταν ὡς αὐθεντία πάνω σὲ ἄλλα θέματα. Ἡ λογομαχία τοῦ ἁγίου Βικεντίου Λερινίτη ἦταν μὲ τοὺς πιὸ μετριοπαθεῖς ὀπαδοὺς τοῦ Αὐγουστίνου. Σὲ καμμιά περίπτωσι δὲν θεωροῦσε τὴ διδασκαλία του «αἵρεσι» καὶ τὸν ἴδιο μὴ ὀρθόδοξο. Ἂν κάποιος θὰ ἔπρεπε νὰ εἶνε ἐχθρὸς τοῦ Αὐγουστίνου, [αὐτὸς] θὰ ἔπρεπε νὰ εἶνε ὁ ἅγιος Φαῦστος, ἀλλὰ τὰ πράγματα ἀποδεικνύουν τὸ ἀντίθετο. Ὁ ἅγιος Καισάριος Ἀρελάτης καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Μέγας ἦταν θαυμασταὶ τοῦ Αὐγουστίνου, ἂν καὶ δὲν ἀκολούθησαν τὶς ὑπερβολές του περὶ χάριτος. Δὲν θὰ ἀναφερθῶ σὲ ἄλλους πιὸ ἐνθουσιώδεις ὀπαδοὺς τοῦ Αὐγουστίνου…
Νομίζω πὼς τὸ «κυνήγι γιὰ κάτι αἱρετικό», ποὺ ἐπιδιώκουν στὸν Αὐγουστῖνο, ἀποκαλύπτει τοὐλάχιστον δύο κύρια σφάλματα τῶν σημερινῶν Ὀρθοδόξων μελετητῶν·
1. Μία βαθύτατη ἀνασφάλεια γιὰ τὸ πόσο Ὀρθόδοξοι εἶνε οἱ ἴδιοι, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀβεβαιότητα τῶν ἐποχῶν μας, τὴν προδοσία τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ οἰκουμενισμοῦ καὶ τὴ δική τους δυτικὴ παιδεία. Ἐδῶ ὁ Αὐγουστῖνος γίνεται ἕνα «ἐξιλαστήριο θῦμα». Χτύπα τον ὅσο πιὸ δυνατὰ μπορεῖς, γιὰ ν᾽ ἀποδείξῃς πόσο Ὀρθόδοξος εἶσαι στὴν πραγματικότητα.
2. Μία φατριαστικὴ ἀντίληψι ποὺ βρίσκεται στὸ ξεκίνημά της. Πολεμώντας τὸν Αὐγουστῖνο τόσο σκληρά, δὲν πολεμᾶμε μόνο τὴν ὅλη Δυτικὴ Ὀρθοδοξία τῶν πρώτων αἰώνων, ἀλλὰ καὶ τοὺς μεγάλους καὶ πολλοὺς Ὀρθοδόξους διανοουμένους τῶν προσφάτων αἰώνων καὶ τῶν σημερινῶν ἡμερῶν. Μπορῶ νὰ σοῦ ἀναφέρω κατ᾽ ὄνομα κάποιους ἐπισκόπους τῆς Ἐκκλησίας μας ποὺ σὲ πολλὰ σημεῖα σκέπτονται σὰν τὸν Αὐγουστῖνο· μήπως κι αὐτοὶ εἶνε «αἱρετικοί»; Νομίζω πὼς μερικοὶ ἀντι-Αὐγουστίνειοι καταλήγουν σ᾽ αὐτὸ τὸ συμπέρασμα καὶ ὁδηγοῦνται πρὸς ἕνα σχίσμα καὶ πρὸς τὴ δημιουργία ἑνὸς «Ὀρθοδόξου» κόμματος ποὺ ὑπερηφανεύεται γιὰ τὴν ὀρθότητα τῶν διανοητικῶν ἀπόψεών του.
Ἐγὼ ὁ ἴδιος δὲν εἶμαι θαυμαστὴς τῶν δογμάτων τοῦ Αὐγουστίνου. Πραγματικὰ ἔχει αὐτὸν τὸν δυτικὸ «ὑπερορθολογισμό», ποὺ οἱ Πατέρες τῆς Ἀνατολῆς δὲν ἔχουν (ἐνῷ οἱ κριτικοὶ τοῦ Αὐγουστίνου σήμερα τὸν ἔχουν σὲ μεγάλο βαθμό!). Αὐτὸ ποὺ χαρακτηρίζει τὸν ἱερὸ Αὐγουστῖνο εἶνε ἡ Ὀρθόδοξη αἴσθησί του, ἡ εὐλάβεια καὶ ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸ Χριστό, ποὺ διαφαίνεται τόσο ξεκάθαρα στὰ μὴ-δογματικὰ ἔργα του ὅπως τὶς Ἐξομολογήσεις του… Τὸ νὰ ἀπορρίπτουμε τὸν Αὐγουστῖνο, ὅπως προσπαθοῦν οἱ σημερινοὶ κριτικοὶ νὰ κάνουν, εἶνε σὰν νὰ ἀπορρίπτουμε αὐτὴ τὴν εὐλάβεια καὶ τὴν ἀγάπη γιὰ τὸ Χριστό. Αὐτὰ τὰ δύο πράγματα φαίνονται πολὺ «ἁπλᾶ» στοὺς σημερινοὺς διανοουμένους (ἂν καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἰσχυρίζονται πὼς εἶνε εὐλαβεῖς). Σήμερα εἶνε ὁ Αὐγουστῖνος, αὔριο (καὶ ἔχει ἤδη ἀρχίσει) ἡ ἐπίθεσι θὰ εἶνε ἐναντίον κάποιων «ἁπλῶν» ἐπισκόπων καὶ ἱερέων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ ἀντι-Αὐγουστινιανὴ κίνησι εἶνε ἕνα βῆμα πρὸς τὸ σχίσμα καὶ πρὸς περαιτέρω διαφωνίες μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
…Πραγματικά, φοβᾶμαι πιὸ πολὺ τὴν ψυχρότητα τῶν καρδιῶν τῶν σημερινῶν «διανοουμένων» παρὰ τὰ λάθη ποὺ τυχὸν βρίσκουμε στὸν Αὐγουστῖνο. Αἰσθάνομαι μέσα σ᾽ αὐτὲς τὶς ψυχρὲς καρδιὲς μιὰ προετοιμασία τοῦ ἔργου τοῦ Ἀντιχρίστου, ὁ ὁποῖος θὰ χαρακτηρίζεται ἀπὸ αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς «ὀρθῆς θεολογίας». Αἰσθάνομαι μέσα στὸν Αὐγουστῖνο τὴν ἀγάπη γιὰ τὸ Χριστό.
…Ἡ κατηγορία αὐτὴ κατὰ τοῦ Αὐγουστίνου δείχνει πόση ἔλλειψι ἐμπιστοσύνης ἔχουμε στοὺς Ὀρθοδόξους Πατέρες καὶ ἐπισκόπους τοῦ παρελθόντος, οἱ ὁποῖοι τὸν δέχονταν ὡς Πατέρα (ὅπως καὶ ὅλη ἡ Ὀρθόδοξη Δύσι πρὶν τὸ Σχίσμα). Αὐτὴ ἡ ἔλλειψι ἐμπιστοσύνης εἶνε σύμπτωμα τῆς ψυχρότητος τῆς καρδιᾶς μας στὶς μέρες μας.
(ἀπὸ ἐπιστολή του σὲ ἄλλο κληρικό, σσ. 125-129)
 
Ἂς γίνουμε πιὸ ταπεινοί, πιὸ ἐπιεικεῖς καὶ συγχωρητικοὶ στὴν προσέγγισι τῶν ἁγίων Πατέρων. Ἡ πρόκλησι, ποὺ ἔχουμε ὡς συνεχισταὶ τῆς ἀδιάσπαστης Χριστιανικῆς παραδόσεως τοῦ παρελθόντος, βρίσκεται ὄχι μόνο στὸ νὰ εἴμαστε ἀκριβεῖς στὰ δόγματα, ἀλλὰ καὶ εὐγνώμονες πρὸς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ποὺ μᾶς τὴν παρέδωσαν – ἕνας ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἦταν βέβαια ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος, ἀλλὰ καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, παρ᾽ ὅλα τὰ λάθη τους. Ἂς ἐφαρμόσουμε τὸ λόγο τοῦ μεγάλου Πατρὸς τῆς Ἀνατολῆς, τοῦ Μεγάλου Φωτίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ «οὐ προσθήκην δεχόμεθα· τοὺς ἄνδρας δὲ ἀσπαζόμεθα» (Ἐπιστολὴ 24· Ε.Π.Ε. τόμ. 13, Θεσσαλονίκη 2007, σελ. 260). Καὶ ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος ἔχει πραγματικὰ κάτι νὰ διδάξῃ στὴν «ἀκριβῆ» καὶ «ὀρθὴ» ―ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ψυχρὴ καὶ ἀναίσθητη― γενεὰ τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Ἡ ὑψηλὴ διδασκαλία τῆς Φιλοκαλίας εἶνε τώρα «τῆς μόδας»· ἀλλὰ πόσοι ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὴ διαβάζουν ἔχουν περάσει ἀπὸ τὸ ἁπλὸ «ἀλφαβητάρι» τῆς βαθειᾶς μετανοίας, τῆς θερμῆς καρδιᾶς καὶ τῆς γνησίας Ὀρθοδόξου εὐσεβείας ποὺ ἀντανακλᾷ σὲ κάθε σελίδα τοῦ ἀξιόλογου ἔργου τοῦ Αὐγουστίνου Ἐξομολογήσεις; Αὐτὸ τὸ βιβλίο, ἡ ἱστορία τῆς μεταστροφῆς τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, ἔχει καὶ σήμερα μεγάλη ἀξία. Θερμοὶ προσήλυτοι θὰ βροῦν σ᾽ αὐτὸ πολλὰ στοιχεῖα ἀπὸ τὴ δική τους πορεία ἀπὸ τὴν ἁμαρτία πρὸς τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία καὶ ἐπὶ πλέον λειτουργεῖ ὡς ἀντίδοτο ἀπέναντι σὲ μερικοὺς «πειρασμοὺς τῶν προσηλύτων» τῆς ἐποχῆς μας. Χωρὶς τὸ πῦρ τοῦ αὐθεντικοῦ ζήλου καὶ τῆς εὐλάβειας ποὺ οἱ Ἐξομολογήσεις ἀποκαλύπτουν, ἡ ὀρθόδοξη πνευματικότητά μας εἶνε μιὰ ἀπάτη κ᾽ ἕνας χλευασμός, καὶ συμμετέχει στὸ πνεῦμα τοῦ ἐρχομένου Ἀντιχρίστου τόσο πραγματικὰ ὅσο ἡ δογματικὴ ἀποστασία ποὺ μᾶς περιτριγυρίζει ἀπ᾽ ὅλες τὶς πλευρές. (σσ. 115-116)
 
(Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ π. Σεραφεὶμ Ρόουζ, Ἡ θέσι τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐκδ. Μυριόβιβλος, Ἀθῆναι 2010) 
[ἐπιλογή· ἱ. μονὴ Ἁγ. Αὐγουστίνου Φλωρίνης]

Ο Βίος της Αγία Μόνικας Μητέρας του Αγίου Αυγουστίνου

Η Αγία Μόνικα μητέρα του Αγίου Αυγουστίνου τιμάται στις 4 Μαΐου

agia_monika_483

Ανατροφή της Μόνικας
Η Μόνικα γεννήθηκε εν Ταγάστη της Νουμιδείας της Αφρικής τω 332 μ.Χ. Οι γονείς της ήσαν ευσεβείς Χριστιανοί δια τούτο φρόντισαν να την αναθρέψουν συμφώνως με τα αθάνατα
διδάγματα του Ευαγγελίου. Μολονότι ήσαν αρκετά πλούσιοι, δεν παρασύρθηκαν από τις συνηθισμένες αντιλήψεις να της δώσουν εξωτερικό ψιμύθιο, το επίχρισμα της κοινωνικής
αβροφροσύνης. Ζήτησαν κυρίως η κόρη των να ζήσει την χριστιανικών ζωή. Ενεπιστεύθησαν δε την με ταύτα ανατροφή της κόρης των εις μίαν ηλικιωμένη και δοκιμασμένη εις την αρετή και
την ευσέβεια υπηρέτρια. Η υπηρέτρια αυτή εργάστηκε όντως μετά ζήλου διά να καταστήσει την Μόνικα ενάρετο, δεν παρέλειπε δε και την αυστηρότητα εν συνδυασμό με την γλυκύτητα,
οσάκις παρίστατο ανάγκη, όπως την απομακρύνει από πάσα κακήν συνήθεια, η οποία εκάστοτε ανεφύτρωνε. Αλλά παρά τις συμβουλές και τας προφυλάξεις, τας οποίας ελάμβανε η γραία
εκείνη υπηρέτρια, η Μόνικα νικήθηκε από μίαν κακήν συνήθεια.
Ας αφήσουμε δε τον υιό της τον Άγιο Αυγουστίνο να μας διηγηθεί με απλότητα, αλλά και με
θαυμαστή γλαφυρότητα το παράπτωμα της μητρός.
«Καί πῶς ὤ Θεέ μου, εἶχε διολισθήσει εἰς τήν Μόνικά της, διηγοῦμαι τά τῆς δούλης σου ἐγώ ὁ υἱός της, κάποια ἐπιθυμία πρός τόν οἶνον. Ἐπειδή ἦτο φρόνιμος καί λογική, οἱ γονεῖς τῆς τήν
ἔστελλον εἰς τήν οἰναποθήκην, ὅπως φέρη οἶνον ἀπό τό βαρέλιον. Ἀλλ’ ἐκεῖ εἰλκύσθη κατ’ ἀρχάς καί ἤθελε νά δοκιμάση, ἄν τό κρασί εἶναι καλόν. Τῆς ἠρεσε καί ἐνικήθη. Μέ τήν πάροδον
δέ τοῦ χρόνου ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, ὄχι μόνον ἐδοκίμαζεν ἁπλῶς, ἀλλ’ ἔπινε πολλά ποτήρια οἴνου. Δέν ἐπρατε τοῦτο ἀπό ἀγάπην πρός τό ποτόν, ἀλλ’ ἀπό νεανικήν ἀπερισκεψίαν, ἡ
ὅποια δέν διορθώνεται ἄλλως παρά μέ τήν αὐστηρᾶν ἐπέμβασιν τῶν γονέων. Ἐν τῷ μεταξύ ὅμως προσθέτουσα ἀπό ἡμέρας εἰς ἡμέραν σταγόνα πρός σταγόνα, ἡ περιφρόνησις τῶν
μικρῶν ὑποχωρήσεων φέρει ἀσυναισθήτως εἰς ὄλεθρον, παρεσύρθη ὑπό τῆς συνήθειας νά καταπίνη ὁλόκληρα ποτήρια».
Και έρωτα ο Αυγουστίνος: Πού ήτο κατά την ώρα εκείνην, η τόσο φρόνιμος γραία με τας ρητάς απαγορεύσεις; Ούτε ο πατήρ αυτής ούτε η μήτηρ της ήσαν εκεί. Αλλά συ ήσο παρών, Θεέ μου,
συ όστις την έπλασας, όστις μας καλείς προς σε, και δύνασαι έστω και διά της μεσολαβήσεως των ανθρώπων να πράττεις το επωφελές διά την σωτηρία των ψυχών. Τί έκαμες λοιπόν τότε
Θεέ μου; Πώς την νοσήλευσας; Πώς της απέδωσες την ψυχική υγεία; Η υπηρέτρια η οποία συνόδευε συνήθως εις το βαρέλι, ήλθε ημέρα τινά εις προστριβές με την νεαρά κυρία της, μόνην
προς μόνην και της επέρριψε κατά πρόσωπον την υβριστή λέξιν: «Σύ θά μέ διδάξης, ποῦ εἶσαι μέθυσος;». Η υβριστική αυτή λέξις, το κτύπημα αυτό, επέφερε σωτήριο αποτέλεσμα. Η κόρη
συνησθάνθη την κακήν συνήθειά της, την μίσησε και απηλάγη ολοτελώς. Και ο ιερός Αυγουστίνος κάμνει τας εξής διδακτικές παρατηρήσεις: Εάν οι φίλοι μας διαφθείρουν με τας
κολακείας των, οι εχθροί συχνά μας παιδαγωγούν με τις προσβολές των.
Εις το εξής η Μόνικα αφιερώνετε εις την κατά Χριστό ζωή. Η τακτική μελέτη της άγιας Γραφής αποτελεί το εντρύφημα της. Κρυφή της ευχή, διά την οποίαν παρακαλεί αδιακόπως νυχθημερόν
τον Θεό ήτο η απόκτησης αγαθού συζύγου και ευσεβών τέκνων.

Πως αντέδρασε η Αγία στην συμπεριφορά του συζύγου της;
Όταν ήλθε εις νόμιμο ηλικία, οι γονείς της απεφάσισαν να την υπανδρεύσουν με έναν νέον ανήκοντα εις αριστοκρατική οικογένεια καλόγνωμο, αλλά εθνικό, τον Πατρίκιο. Η Μόνικα, καίτοι
ήτο ειδωλολάτρης ο Πατρίκιος, έστερξε να τον λάβει σύζυγο, διότι έλπιζε ότι ταχέως θα τον έκαμνε Χριστιανό και ούτω θα προσέθετε εις την ποίμνη του Χριστού ένα ακόμη λογικό
πρόβατο. Διά τούτο μολονότι ο σύζυγος ήτο ειδωλολάτρης, εξακολούθησε να εκτελεί τα χριστιανικά της καθήκοντα όλα, όπως και πρότερο και ουδέν παρέλειπε. Έκανε τακτικά την
προσευχή της, μελετούσε την αγία Γραφή, μετέβαινε εις την Εκκλησία καθέ εκάστην Κυριακή, σύχναζε εις τα ιερά κηρύγματα, χωρίς να παραλείπει εννοείται, και τα καθήκοντα της οικογενείας
της. Ατυχώς είχε να παλέψει προς ένα χαρακτήρα κακοσυνηθισμένο. Ήτο βεβαίως αγαθής φύσεως ο σύζυγος της, αλλά ήτο αιχμάλωτος δύο μεγάλων ελαττωμάτων. Ήτο άσωτος, είχε
παραδοθεί τελείως εις τας παρανόμους ηδονές, ακόμη δε ήτο και εις το άκρον οξύθυμος.
Πολλάκις την απατούσε, παραδινόταν εις διεφθαρμένες γυναίκες και την ωραία Μόνικα την άφηνε να μαραίνεται μόνη της και να σπογγίζει τα πολλά δάκρυά της. Εις την οικία των μετέβαινε
τας περισσότερες φορές μετά το μεσονύκτιο. Όχι δε ολίγας φοράς διανυκτέρευσε εις ένοχους διασκεδάσεις. Όλες αυτές οι παρεκτροπές του συζύγου της έπλητταν την Μόνικα διπλός. Από
το ένα μέρος διότι ο σύζυγος της, προσέβαλε την συζυγική τιμή, από το άλλο, διότι η ψυχή του ανδρός της κυλιόταν μέσα εις τον βόρβορο της ακολασίας. Και τί έκαμε νομίζετε διά να τον
διορθώσει; Τον φώναζε, τον ύβριζε, προκαλεί σκηνές μέσα εις το σπίτι και φιλονικίας; Όχι. Ουδέποτε η συνετή αυτή γυναίκα, ουδέ και εις το παραμικρό παρασύρθηκε. Εξακολούθησε να
περιβάλει τον σύζυγο της με όλη την αγάπη της και την χριστιανική τρυφερότητα. Συλλογιζόταν και πολύ ορθά η φρόνιμος αυτή σύζυγος, ότι αν έβριζε τον σύζυγο της, θα τον ψύχραινε, και το
χειρότερο με την διαγωγή της αυτήν θα τον έσπρωχνε περισσότερο εις τις αμαρτωλές γυναίκες. Αντιθέτως δε πίστεψε, και πολύ σωστά, ότι με την γλυκύτητα, με όλη την χριστιανικών αγάπη
της, θα κατόρθωνε να τον παρελκύσει ώστε να την αγαπήσει και να απομακρυνθεί από τας πονηρές γυναίκες. Διά τούτο παρακαλεί τον Θεό αδιακόπως. Ουδέποτε έχασε το θάρρος της
και την ελπίδα της. Αγωνίζεται και παλαίει διά να απομακρύνει αυτόν από την ακολασία επί πολλά έτη, με την πραείαν συμπεριφορά της και το άδολο ενδιαφέρον της.
Αλλά δεν είχε μόνον το ολέθριο τούτο ελάττωμα ο σύζυγος της Μόνικας. Κατείχετο και από μεγάλη οξυθυμία. Ήτο πολύ ευέξαπτος. Διά το παραμικρό πράγμα, ήτο ικανός ο σύζυγος της
να την υβρίσει κατά τον χυδαιότερο τρόπον, να της αραδειάσει τα μάλλον εξευτελιστικά επίθετα και να την εξουθενώσει εις τα μάτια των υπηρετριών. Παρ’ όλα αυτά η Μόνικα δεν ανταπέδωσε
ποτέ τα ίσα. Ούτω διά της άκρας υπομονής της και διά της τρυφερής της συμπεριφοράς με την οποίαν προσέβλεπε τον σύζυγο της και ότε ακόμη την ύβριζε χυδαιότατα, κατόρθωνε να
περιορίζει τον θυμό του μόνον εις ύβρεις, με λέξεις, και ουδέποτε τον εξανάγκασε να την κτυπήσει. Οι άλλες γυναίκες, οι οποίες είχαν λιγότερο οξύθυμους άνδρες, έφεραν συχνά σχεδόν
ίχνη και μώλωπας από το δάρσιμο εις το πρόσωπον εκ μέρους των συζύγων των. Επειδή δε ήξεραν ότι ο σύζυγος της Μόνικας ήτο περισσότερο ευερέθιστος, απορούσαν, γιατί αυτή δεν
είχε τα σημάδια του δαρσίματος εις το πρόσωπον. Από απορία την ρωτούσαν λοιπόν, πώς κατόρθωνε να μαλάσσει την καρδία του ανδρός της. Και ενώ την ρωτούσαν, συγχρόνως
στιγμάτιζαν την συμπεριφορά του συζύγου των με τα μελανότερα χρώματα. Η Μόνικα τότε με αφέλεια υπό τύπον αστειότητος, καυτηρίαζε την γλώσσα αυτών απέναντι των συζύγων των.
Εξηγεί δε εις αυτές πώς κατόρθωνε να μη εξάπτει περισσότερο τον θυμό του συζύγου της. Όταν με υβρίζει ο σύζυγος μου, έλεγε όχι μόνον δεν θυμώνω, αλλά παρακαλώ τον Θεό καθ’ όλον
τον χρόνο πού με υβρίζει, να τον συμπαθήσει και ως παντοδύναμος να του εκριζώσει την οργή. Αφού δε καταπραϋνθεί, τότε του εξηγώ πώς έγινε εκείνο, διά το οποίον κραύγαζε.

agia_monika_604

Πώς μάλαξε την σκληρότητα της πεθεράς της
Η Μόνικα ήτο ακόμη ατυχής και εις την πεθερά της. Η πενθερά της ήτο εις άκρον ιδιότροπος. Εννοούσε την αγαθή γυναίκα να την υβρίζει, να την αποπαίρνει εμπρός εις τους ξένους.
Η Μόνικα όμως, παρά την ισχυρή λύπη την οποίαν δοκίμαζε, εδείκνυε μεγάλη άνεκτικότητα και σεβασμό. Είχε να παλαίση με δύο μεγάλα θηρία. Με την ακολασία του ανδρός της και με την
ασυμπάθεια της πενθεράς της. Η Μόνικα με την ανοχή της και με τας προσευχές της, επέτυχε κάπως να ημερώσει την πεθερά της. Τοσούτον δε μετεβλήθη η πενθερά της και τοσούτον
αγαπούσε πλέον την Μόνικα, ώστε πάσαν νέα διαβολή, την οποίαν μηχανογραφούσαν οι υπηρέτριες, την κατήγγειλε εις το υιό της και διατύπωνε την αξίωση να τιμωρήσει τις υπηρέτριες,
οι οποίες τόλμησαν να συκοφαντήσουν την αγαθή νύμφη της. Ούτω και εις το σημείο τούτο θριάμβευσε η πιστή εκτέλεσης των εντολών του Θεού.

Η Επιστροφή του συζύγου
Εκείνο όμως το οποίον ελύπει κατάκαρδα την Μόνικα, ήτο το ότι ο σύζυγος της ζει μακριά του Χριστού. Είχε παρέλθει πλέον των δέκα πέντε ετών και ο σύζυγος της κυλιόταν μέσα στην
ακολασία, επί πλέον δε δεν είχε γίνει Χριστιανός. Οι τροποί της όμως οι φιλόφρονες, προ παντός δε η χριστιανική συμπεριφορά της, η πίστης της προς τον Χριστό και η μετά πολλών
δακρύων προσευχή της, εισακούστηκε επί τέλους υπό του Θεού. Ο σύζυγος της ο Πατρίκιος, βλέπων την ενάρετο διαγωγή της αγαθής συζύγου του, την τρυφερότητα, την άδολο αγάπη με
την οποίαν πάντοτε τον περιέβαλε, αισθάνθηκε τις παρεκτροπές του, εξετίμησε τις ιερές προσπάθειες της και πλέον έπαυσε την αμαρτωλή ζωή. Ελκύστηκε προς τον Θεό και ολίγον προ
του θανάτου του βαπτίστηκε Χριστιανός. Δεν λυπήθηκε υπερβολικά, διότι ήξερε ότι ούτος πλέον διά της μετανοίας καθαρισθείς ανήλθε εις τους ουρανούς. Της άφησε δε τρία τέκνα.

Η Καρτερία και η επιμονή της μητρός διασώζουν τον Αυγουστίνο
Μεταξύ αυτών ανήκε και ο δεκαεπταετής υιός της Αυγουστίνος, ο οποίος κατόπιν έμελλε να αποβεί ένα από τα καλύτερα πνεύματα του κόσμου. Ο Αυγουστίνος είχε προικισθεί από έξοχα
προτερήματα, είχε νουν έκτακτο και θέληση ισχυρή. Ήταν όμως επιρρεπής, λόγω των κακών συναναστροφών, εις τας παρανόμους απολαύσεως. Βεβαίως από μικρή ηλικία φρόντισε να
εμφυτεύσει εις τον υιό της η Μόνικα τα αγαθά σπέρματα του Ευαγγελίου. Ατυχώς όμως το άθλιο ειδωλολατρικό περιβάλλον, εις το οποίον ζει, όλους τους κόπους και τους μόχθους, μόλις ολίγον
μεγάλωσε ο Αυγουστίνος, κρήμνισε. Ούτος όταν έγινε 19 ετών εζήτησε άδεια από την μητέρα του να μεταβεί εις την Καρχηδόνα χάριν ευρύτερων σπουδών. Η μητέρα του κατόπιν πολλών
φόβων του επέτρεψε. Αλλά εις την μεγαλούπολη ταύτη, όπου η ακολασία οργίαζε, αιχμαλωτίστηκε τελείως ο παράφορος και ζωηρός Αυγουστίνος εις τις ηδονές. Η μητέρα του,
η οποία παρακολουθεί τον βίο του, μόλις έμαθε τον θλιβερό κατήφορο του προσφιλούς τέκνου της, μετέβη εις την Καρχηδόνα. Παραμένει λοιπόν πλησίον του υιού της. Και μολονότι γνωρίζει,
ότι έρχεται από τους οίκους της αμαρτίας τον αναμένει μαραμένη, χωρίς να του λέγει τι υβριστικό. Μόνο κλαίει. Τα μάτια της είναι κατακόκκινα από τα δάκρυα. Κλαίει αλλά και
προσεύχεται μετά πίστεως.
Επειδή δε ο Αυγουστίνος ήτο ερευνητικό πνεύμα, ήθελε να συμβιβάσει τις φιλοσοφικές του ιδέας, με την πίστη την χριστιανική. Νόμισε δε ότι βρήκε τούτο εις τους αιρετικούς Μανιχαίους,
οι οποίοι καυχώνται ότι ερμήνευαν την Αγία Γραφή φιλοσοφικώς και έλυαν όλα τα θρησκευτικά και ηθικά ζητήματα. Ούτω λοιπόν απελάκτισε την Ορθόδοξο Χριστιανική πίστη και ασπάσθηκε
τας αιρέσεις των Μανιχαίων. Η πληροφορία αυτή κατέθλιψε θανάσιμος την Μόνικα. Και πρότερο προσευχόταν, ήδη δε εντείνει τις προσπάθειες της και περισσότερο προσεύχεται και χύνει
άφθονα δάκρυα υπέρ του υιού της.
Το αναφέρει και αυτός ο ίδιος. Ας δώσουμε τον λόγο εις αυτόν.
«Ἡ μήτηρ μου ἔχυνε περισσότερα δάκρυα ἀπό ἐκεῖνα, τά ὁποῖα χύνουν αἵ μητέρες ἐπί τῆς σοροῦ τῶν πεφιλημένων τέκνων τῶν. Διότι μέ ἔβλεπε νεκρόν ἠθικῶς δυνάμει τῆς διαπύρου
πίστεως τήν ὁποίαν ἐνέπνεεν εἰς αὐτήν ἡ ἄκρα εὐσέβειά της. Καί εἰσήκουσας, Κύριε, τήν δεησίν της, δέν περιεφρόνησας τά δάκρυά της, τά ὁποία ἐπότιζαν τό ἔδαφος πανταχοῦ, ὅπου
προσηύχετο…».
Τα έτη περνούσαν και ο Αυγουστίνος κυλιόταν εις την αμαρτία προς λύπη της μητρός του. Ιδίως κατέλαβε την Μόνικα βαθύτερα λύπη οπότε ο υιός της διδάσκαλος πλέον της ρητορικής, εζήτησε
να μεταβεί εις την Ρώμη και εξασκήσει εκεί την ρητορική του τέχνη.

Μετάβασης στο Μιλάνο
Και όντως οι διαρκείς και ολόθερμοι προσευχές της Μόνικας, έσωσαν εκ του θανάτου τον υιό της, ίνα μίαν ημέρα επαναδώσουν και την σωτηρία της ψυχής του. Εις την Ρώμη ο Αυγουστίνος
παρέμεινε εν έτος. Τω 384 προσεκλήθη και προσελήφθη ως διδάσκαλος της ρητορικής εις τα Μεδιόλανα το σημερινό Μιλάνο της Ιταλίας. Τούτο δε εγένετο κατά δάκτυλον της θείας Πρόνοιας.
Απ’ εδώ αρχίζει η μεταβολή της ζωής του Αυγουστίνου. Εις τα Μεδιόλανα ποίμαινε την Εκκλησία του Χριστού εις των ευσεβέστερων Ιεραρχών και δοκιμωτέρων, ο ιερός Αμβρόσιος.
Η μητέρα δε τούτου μόλις έμαθε ότι ο υιός της μετέβη εις Μιλάνο, το θεώρησε ως δώρο της θείας Προνοίας, διό αμέσως απεφάσισε να μεταβεί έχει, ίνα διά των ενεργειών του διασήμου
και ευσεβούς επισκόπου Αμβροσίου επαναφέρει τον υιό της εις τους κόλπους της Εκκλησίας. Ο Αυγουστίνος είχε απελπιστεί ότι δεν θα εύρη την αλήθεια. Η ακρόασης των λόγων του
Αμβροσίου κατά τούτο μόνον συνετέλεσαν, εις το να κατανοήσει το ψεύδος της αιρέσεως των Μανιχαίων και να αποστραφεί την πλάνη των.
Και διά να επιτύχει η Αγία Μόνικα την επιστροφή του υιού της γνωρίσθηκε με τον ευσεβή ιεροκήρυκα και επίσκοπο Αμβρόσιο. Άκουγε τακτικά τα κηρύγματά του και τον επισκεπτόταν
συχνά παρακαλούσα, όπως και αυτός προσεύχεται διά την επιστροφή του υιού της. Με τας δραστήριους αυτές ενέργειες κατόρθωσε να συνδέσει στενότερο τον υιό της με τον επίσκοπο,
ώστε οι επισκέψεις του να γίνονται συχνότερες. Ο ιερός Αμβρόσιος συνέχαιρε τον Αυγουστίνο, διότι είχε τοιαύτην μητέρα.
Αλλ’ η Μόνικα εκτός των ενεργειών τας οποίας έκαμνε διά την ανατροφή του υιού της, δεν έπαυσε και τα άλλα χριστιανικά της καθήκοντα εις το Μιλάνο. Μετέβαινε και παρηγορεί τους
τεθλιμμένους, ειρήνευε τους φιλονικούντας, περιποιείτο τους ασθενείς, βοηθούσε τους πτωχούς, ανακούφιζε τους δυστυχούντες και έρριπτε βάλσαμο παρηγοριάς εις τις πονεμένες ψυχές διά
την σκληρή επίσκεψη του θανάτου. Εντός ολίγου εγνώσθησαν οι αγαθοεργίες της εις όλη την πόλη. Ο άγιος Αμβρόσιος έχαιρε διά την τοιαύτην αγαθοεργό και ευσεβή μητέρα και αυτή
θεώρει αυτόν ως άγγελο Θεού, ο οποίος θα καθοδηγήσει ασφαλώς τον υιό της εις τον Χριστό.
Παρά τας θεάρεστους αγαθοεργίας της δεν λησμόνησε η Μόνικα να παρακαλεί τον Θεό ενθέρμως διά την μετάνοια του υιού της. Εις την σχολή ταύτη της υπομονής και της ελπίδος
πλέον γέρασε. Ο Θεός ηθέλησε να αμείψει τις αδιάκοπες προσευχές της μητρός κατά μυστηριώδη τρόπον. Ας αφήσουμε αυτόν τον Αυγουστίνο ο οποίος υπήρξε ένα από τα
μεγαλύτερα φιλοσοφικά πνεύματα, τα οποία ανέδειξε ποτέ η ανθρωπότης να μας διηγηθεί. Επί ημέρας δοκιμάζει μίαν πάλην ο Αυγουστίνος του κάλου και του κακού. Ήθελε να επιστρέψει
προς τον Χριστό, αλλά η αμαρτία τον κρατεί σιδηροδέσμιο.
«Καί ἰδού, γράφει χαρούμενος ὁ ἴδιος εἰς τάς ἐξομολογήσεις του, ἀκούω φωνήν ἐκ γειτονικῆς οἰκίας φωνήν παιδός ἤ κόρης, ἡ ὅποια μοί ἔλεγεν ἄδουσα καί ἐπαναλαμβάνουσα: «λάβε καί
ἀναγνωσε» Κατ’ εὐτυχίαν ἦτο ἐκεῖ πλησίον τό Εὐαγγέλιον τοῦ φίλου μου Ἀλυπίου. Τό ἁρπάζω καί τό ἀνοίγω εἰς ἕνα μέρος, εἰς τό ὁποῖον προσέπεσαν οἱ ὀφθαλμοί μου: «Μή κώμοις καί
μέθαις, μή κοίταις καί ἀσελγείαις, μή ἔριδι καί ζήλω, ἀλλ’ ἐνδύσασθε τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν καί τῆς σαρκός πρόνοιαν μή ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας». (Ρώμ. Ἴγ΄. 13 – 14) (ὄχι μέ ἄσεμνα
συμπόσια καί μέ μέθας, οὔτε μέ φιλονικείας καί ζηλοτυπίας. Ἀλλά φορέσατε ὡς ἔνδυμα τῆς ψυχῆς, τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν καί μή φροντίζητε διά τήν σάρκα, πῶς νά ἱκανοποιῆτε τάς
παρανόμους ἐπιθυμίας αὐτῆς». Τα ιερά και θεία ταύτα λόγια ήρκεσαν να του δώσουν ώθηση προς τον Χριστό. Οι δεσμοί της αμαρτίας αποκόπτονται και η καρδία του Αυγουστίνου αρχίζει
να ελευθερώνεται. Διά τούτο μίαν ημέρα διακόπτει οριστικώς τας σχέσεις του προς την αμαρτία. Αποστρέφεται τους αμαρτωλούς φίλους του και αποφασίζει να βαπτισθεί, να γίνει αληθινός
Χριστιανός. Τρέχει αμέσως και αναγγέλλει εις την μητέρα του ότι πλέον θα παραδοθεί εις τον Χριστό. Η μητέρα του μόλις ακούει την σταθερή απόφαση του να ακολουθήσει τον Χριστό,
αλλά και πώς τον προέτρεψε θαυμασίως ο Θεός, «ἐνθουσιά, ὡς μᾶς ἀναφέρει ὁ υἱός, θριαμβεύει καί εὐλογεῖ σέ, ὤ Θεέ, τόν δυνάμενον ὑπέρ πάντα ποιῆσαι ὑπέρ ἐκ περισσοῦ
ὧν αἰτούμεθα ἤ νοοῦμεν» (Εφεσ. γ΄ 20) (διότι δύναται να παράσχει αφθόνως περισσότερα παρ όσα ζητούμε ή και φανταζόμαστε), διότι έβλεπε ότι χορήγει εν τω προσώπω μου περισσότερα
των όσων συνήθιζε να ζητάει διά των στεναγμών και των δακρίων της η δούλη σου, η μητέρα μου. Διότι με επανέφερε πλησίον σου, ώστε να μη ζητώ τι εκ των του κόσμου. Η ημέρα της εις
Χριστό επιστροφής του Αυγουστίνου υπήρξε η 24η Απριλίου του 387 έτους. Χαίρει βεβαίως και ο ίδιος διά την ανεκδιήγητο ταύτη δωρεάν, περισσότερο όμως η ευσεβέστατη μητέρα του.

agia_monika_588

Οι τελευταίες ημέρες της Μόνικας
Η χαρά την οποίαν δοκιμάζει η Μόνικα κατά την οριστική επιστροφή του υιού της εις τον Χριστό, είναι απερίγραπτος. Και αυτή και αυτός δοξάζουν τον Θεό. Αλλά διά να αφιερωθεί εξ ολοκλήρου
ο ιερός Αυγουστίνος εις την μελέτη της αγίας Γραφής απερίσπαστος, αποφασίζουν να επανέλθουν εις την πατρίδα των. Επιστρέφουν εις την Ρώμη. Αλλ’ εκεί καταλαμβάνει την
μητέρα θανατηφόρος ασθένεια, ίσως λόγω των μόχθων και των συγκινήσεων, τας οποίας είχε δοκιμάσει διά την επιστροφή του υιού της. Η ασθένεια της επιδεινώνονταν. Η ημέρα πλησιάζει,
οπότε έμελλε να απέλθει του παρόντος κόσμου και ο Αυγουστίνος μόνος με ταύτη υπάρχων, άρχισε να συνομιλεί μετ’ αυτής διά το κάλλος της ουρανίου ζωής και της αιωνίου ευφροσύνης.
Εις ταύτα προσέθεσε η μακαρία Μόνικα: «Υἱέ μου, ἐμέ οὐδέν πλέον θέλγει εἰς τήν παροῦσαν ζωή. Ἀγνοῶ ποῖος δύναται νά εἶναι εἰς τό ἑξῆς ὁ προορισμός μου, διότι ἡ ἐλπίς τῆς περαιτέρω
ζωῆς ἔχει καταναλωθῆ. Δί’ ἕνα καί μόνον ἐπόθουν νά μείνω ἀκόμη ὀλίγον εἰς τήν ζωή, διά νά σέ ἴδω Χριστιανόν καί ὕστερον νά ἀποθάνω. Ὁ Θεός μοί παρεχώρησε περισσότερον τοῦτο
παρ’ ὅσον ἐζήτησα, καί ἰδού σύ τώρα εἶσαι δοῦλος ἰδικός του, περιφρονῶν τά ἀγαθά τῆς γής. Τί θά κάμω πλέον ἐδῶ;»…
Η ασθένεια προχωρεί και ο πυρετός εξακολουθεί. Έχασε πλέον τας δυνάμεις της. Κάλεσε τότε ο Αύγουστος τον αδελφό του διά να τον ενισχύσει. Διότι τώρα αρχίζει η θλίψις εις την καρδία του
Αυγουστίνου, καθ’ όσον εγγίζει το τέλος της προσφιλούς μητρός του. Ενώ επί τόσα έτη την έθλιβε, ήδη αρχίζει βαθέως να συγκλονίζεται, διότι θα χάση μίαν τοιαύτην μεγαλόφρονα και
στοργική μητέρα. Όσον δε την έβλεπε να φθίνει από την ασθένεια, κατετήκετο. Η Μόνικα έπειτα από λήθαργο ανοίγει τους οφθαλμούς της και βλέπει τους δύο υιούς της καταθλιμμένους και
καθηλωμένους υπό της λύπης. Τούς συμπαθεί και τους παρηγορεί λέγουσα: «Μή λυπεῖσθε ἦλθε τό τέλος εἰς ἐμέ. Θά ἐνταφιάσητε ἐδῶ τήν μητέρα σας». Η αναγγελία αυτή ως μάχαιρα διστόμος
εισήλθε εις την καρδία του Αυγουστίνου. Ο αδελφός του καταλυπημένος ψιθυρίζει, ότι καλόν είναι να την θάψουμε εις την πατρίδα μας. Αυτήν την επιθυμία είχε εκδηλώσει άλλοτε η ίδια.
Τέλος περιγράφων τον θάνατον της ο Αυγουστίνος, λέγει, «ἐννέα ἥμερες κατά τήν ἀσθένειά της, κατά τό πεντηκοστό ἕκτον ἔτος τῆς ἡλικίας της, κατά τό τριακοστό τρίτον της ἰδικῆς μου, τῷ
(387 μ.Χ.) ἡ θεία ἐκείνη ψυχή ἀπηλλάγη τοῦ σώματος. Ἔκλεισα τούς ὀφθαλμούς της. Ὀξυτάτη ὀδύνη διέσχισε τήν καρδία μου. Θρήνησα ἐπί τίνας ὥρας τήν μητέρα μου, νεκράν ἐπί τινά
χρόνον εἰς τούς ὀφθαλμούς μου. Τήν μητέρα μου, ἡ ὅποια μέ ἐθρήνησεν ἔτη μακρά διά νά ζήσω ἐνώπιόν Σου, Ὤ Θεέ μου».
Αλλά εκεί ένθα κατανάλωσε σχεδόν ολόκληρο την ζωή της, πλέον των είκοσι ετών, είναι η διαρκής και αδιάκριτος προσπάθεια διά τον υιό της Αυγουστίνο, ο οποίος παρουσίαζε ένα βίο
εντελώς ανώμαλο. Από μικρής ηλικίας εμφυτεύει τα σπέρματα της ευσεβείας εις την καρδία του υιού της. Ατυχώς το διεφθαρμένο περιβάλλον τα συμπνίγει. Η Μόνικα δεν απελπίζεται,
αδιακόπως παρακολουθεί τον υιό της. Τον συμβουλεύει, τον νουθετεί και κυρίως προσεύχεται. Προσεύχεται αδιακόπως. Τα δάκρυά της σπείρονται ανά πάν βήμα του βίου της. Προσεύχεται
και ελπίζει και όταν ο υιός της έφτασε εις ηλικία 25 ετών. Προσεύχεται και οπόταν ο υιός της πάτησε τα 30 έτη, εξακολουθεί και κατόπιν να προσεύχεται. Ουδέποτε κάμπτεται προσευχομένη.
Δεν οργίζεται ουδέποτε κατά του υιού της, όπως κάμνουν μερικές απερίσκεπτες μητέρες. Δεν μεμψιμοιρεί κατά του Θεού, ούτε υβρίζει εκείνους, οι οποίοι παρασύρουν τον υιό της.
Εξακολουθεί διά της προσευχής να ζητάει την θαυμάσια μεταβολή του υιού της. Την προσευχή της, την συνοδεύει με άγιο βίο, με διαφόρους αγαθοεργίας και επιτέλους όταν ήτο ο υιός της 33
ετών, επιστρέφει τελειωτικώς προς τον Χριστό και αποστρέφεται οριστικώς την αμαρτία. Αφιερώνεται ολοψύχως εις τον Θεό, ο Αυγουστίνος. Η Εκκλησία εκτίμησε τις σπάνιες αρετές του
τον κάμνει κληρικό και τέλος τον ανυψώνεις εις το ύπατο εκκλησιαστικό αξίωμα του Επισκόπου. Την μνήμην του η άγια Εκκλησία εορτάζει την 15 Ιουνίου.
Ώ, πόσον παρηγορητικές είναι αυτές οι γραμμές! Πόσον συγκινητική είναι η διήγησης αυτή!
Εάν εσύ, η οποία αναγινώσκεις ταύτα είσαι σύζυγος και υποφέρεις και βασανίζεσαι από τον σύζυγο σου μελέτησε προσεκτικός τους προγραφέντες τρόπους της μακαρίας Μόνικας και όχι
μόνον θα παρηγορηθείς, αλλά και θα διορθώσεις τον σύζυγο σου. Εάν είσαι νύμφη και έχεις απότομο και υπερήφανο πεθερά, μιμήσου την Μόνικα, και ασφαλώς θα καταπραΰνεις την
πενθερά σου και θα προσελκύσεις την καρδία της τόσον, ώστε να σε αγαπήσει. Εάν δε είσαι τεθλιμμένη μητέρα από την φαύλη διαγωγή των τέκνων σου. Μεταχειρίσου την μέθοδο, την
οποίαν χρησιμοποίησε η μητέρα του Αυγουστίνου, προσεύχου και πάλιν προσεύχου. Έλπιζε και πίστευε και ανυπερθέτως μίαν ημέρα, εάν συνοδεύσεις τις προσευχές σου με άγιο βίο,
ασφαλώς ο υιός σου, ή οι υιοί σου, θα γίνουν υποδείγματα βίου ενάρετου εις την κοινωνία.
Εάν είσαι νέος, ο οποίος έτυχε από τις κακές συναναστροφές να παρασυρθείς, να κατρακυλήσεις εις παρεκτροπές ηθικές μη νομίσεις ποτέ, ότι δεν σε δέχεται ο Χριστός.
Επίστρεψε, διάκοψε τις σχέσεις τις αμαρτωλές, μελέτησε το Ευαγγέλιο του, πλησίασε τον Ιησού μας και προθυμότατα θα σε δεχτεί. Άφησε ελεύθερη την καρδία σου να την θερμάνει η ζωογόνος
πνοή του Ιησού.

Ο Βίος του Αγίου Αυγουστίνου Επισκόπου Ιππώνος

Ο Άγιος Αυγουστίνος Επίσκοπος Ιππώνος τιμάται στις 15 Ιουνίου

κατάλογος

Ο ιερός Αυγουστίνος εγεννήθηκε, στις 13 Νοεμβρίου 354 μ.Χ., στην Ταγάστη, πόλη της ανθυπατικής Νουμιδίας της Βορείου Αφρικής. Ο πατέρας του, Πατρίκιος, κοινοτικός
σύμβουλος στην Ταγάστη, εζούσε βίο έκλυτο και ως εθνικός μόνο περί το τέλος της ζωής του μεταστράφηκε στη Χριστιανική πίστη υπό της ευσεβούς συζύγου του Μόνικας, η
οποία καταγόταν από χριστιανική οικογένεια και ήταν υπόδειγμα πιστής και ενάρετης γυναικός. Ο Αυγουστίνος, ο οποίος είχε και νεώτερο αδελφό και πιθανώς και αδελφή, από
την παιδική του ηλικία διακρινόταν για την ευφυΐα, την επιμέλεια, τη ζωηρή φαντασία και την ευγενή φιλοδοξία του. Με τη φροντίδα της μητέρας του νεώτατος κατατάχθηκε μεταξύ
των κατηχουμένων και αφού συμπλήρωσε στην Ταγάστη τη στοιχειώδη μόρφωση, εστάλη υπό του πατρός του, ο οποίος τον προόριζε για ρήτορα, στα γειτονικά Μάδαυρα και
στη συνέχεια, το 371 μ.Χ., στην Καρχηδόνα, για συμπλήρωση των σπουδών του. Υπό την επίδραση του διεφθαρμένου περιβάλλοντος στο οποίο εζούσε, ο νεαρός Αυγουστίνος
εξέκλινε σε βίο έκλυτο στην Καρχηδόνα και ήδη σε ηλικία δεκαοκτώ ετών, το 372 μ.Χ., απέκτησε εξώγαμο παιδί, τον Αδεοδάτο. Ο μελέτη όμως του λατίνου φιλοσόφου και ρήτορος
Κικέρωνος τον συγκράτησε. Αντίθετα η Αγία Γραφή δεν έκανε ακόμη σε αυτόν καμία εντύπωση. Όπως λέγει αργότερα στις περίφημες Εξομολογήσεις του: «Δεν ήμουν άξιος ούτε
να εμβαθύνω ούτε να ευχαριστηθώ στην απλότητα εκείνη των λόγων, τόσο νέα για μένα… Η μόνη εντύπωση, η οποία μου έμεινε, ήταν ότι τίποτε στη Βίβλο δεν μπορούσε να
συγκριθεί προς τη μεγαλοπρεπή ευγλωττία του λατινικού ρήτορος. Η ματαιοδοξία μου περιφρονούσε τη φαινομενική ταπεινότητα των Γραφών και οι οφθαλμοί μου ήσαν πολύ
ασθενείς για να διακρίνουν τι κρυβόταν σε αυτές».

Όμως τα μεγάλα προβλήματα του κόσμου διαρκώς απασχολούσαν το πνεύμά του. Έτσι ενόμισε ότι θα μπορούσε να εύρει λύση αυτών στην ιδρυθείσα υπό του Πέρσου Μάνη
(215 – 276 μ.Χ.) αίρεση των Μανιχαίων.

Αφού συμπλήρωσε τις σπουδές του στην Καρχηδόνα, εξάσκησε με επιτυχία το επάγγελμα του διδασκάλου της γραμματικής. Γρήγορα όμως, από το 383 μ.Χ., τόσο οι σπουδές
του περί την αστρονομία όσο και η κατανόηση περί της ελλείψεως οιασδήποτε πραγματικής επιστημονικής έρευνας στο Μανιχαϊσμό, συνετέλεσαν να χάσει την εκτίμηση την
οποία έτρεφε προς την αίρεση, χωρίς όμως και να διαρρήξει κάθε σχέση προς αυτήν. Κατά το 383 μ.Χ. ο Αυγουστίνος, αφού άφησε την Αφρική, ήλθε στη Ρώμη και μετά στα
Μεδιόλανα, όπου με τη σύσταση του Ρωμαίου έπαρχου Συμμάχου, διορίσθηκε διδάσκαλος της ρητορικής. Η μελέτη νεοπλατωνικών συγγραμμάτων, ως και των Επιστολών του
Αποστόλου Παύλου, ιδίως δε η ακρόαση των κηρυγμάτων του περίφημου τότε Επισκόπου Μεδιολάνων Αμβροσίου, επέφεραν βαθμηδόν στην ψυχή του μία μεταστροφή και
συνετέλεσαν στην οριστική διακοπή οιασδήποτε σχέσεώς του με το Μανιχαϊσμό.
Κατά το Σεπτέμβριο του 386 μ.Χ., σε ηλικία τριάντα δύο ετών, ευρισκόμενος στον κήπο της κατοικίας του και διαλογιζόμενος τα μεγάλα προβλήματα, τα οποία τον
απασχολούσαν, ενόμισε ότι άκουσε σαν παιδική φωνή, επανειλημμένα να λέγει προς αυτόν: «Πάρε και διάβασε». Ταραγμένος έσπευσε προς τον κήπο, όπου πριν λίγο είχε
αφήσει τις Επιστολές του Αποστόλου Παύλου, και αφού τις ευρήκε, τις άνοιξε. Τα μάτια του έπεσαν στο χωρίο της προς Ρωμαίους Επιστολής: «Ως εν ημέρα ευσχήμονος
περιπατήσωμεν, μη κώμοις και μέθαις, μη κοίταις και ασελγείαις, μη έριδι και ζήλω. Αλλ’ ενδύσασθε τον Κύριον Ιησούν Χριστόν και της σαρκός πρόνοιαν μη ποιείσθε τας
επιθυμίας». Ως λέγει ο ίδιος ο Αυγπυστίνος: «Δεν ήθελα να δω κάτι επί πλέον και δεν ήταν αναγκαίο. Διότι μόλις ετελείωσα την ανάγνωση των λίγων αυτών λέξεων και αμέσως
εχύθηκε στην καρδιά μου φως, το οποίο της εχάρισε την ειρήνη και αμέσως διαλύθηκε το σκοτάδι, με το οποίο την περιέβαλαν οι αμφιβολίες μου».

Ο Αυγουστίνος από εκείνη τη στιγμή ανένηψε, παραμέρισε τους δισταγμούς, προσανατολίσθηκε οριστικά στον Ιησού. Παραιτήθηκε από το διδασκαλικό του αξίωμα και
αποσύρθηκε με τη μητέρα του, το παιδί του και κάποιους φίλους του σε κτήμα κοντά στο Μεδιόλανο. Εβαπτίσθηκε τη νύχτα του Πάσχα (25 Απριλίου) του 387 μ.Χ. από τον
Άγιο Αμβρόσιο μαζί με τον δεκαπενταετή υιό του και το φίλο του Αλύπιο.
Μετά μερικούς μήνες ετοιμάσθηκε να φύγει από την Ιταλία για την Αφρική, αλλά λόγω του θανάτου της αγαπημένης του μητέρας, που τον κατελύπησε, ανέβαλε την αναχώρησή
του για το επόμενο έτος. Στο ένατο βιβλίο των Εξομολογήσεών του ο ευγνώμων υιός εκφράζει την άφατη θλίψη του για το θάνατο της μητέρας του, της οποίας πλέκει το εγκώμιον.
Γυρίζοντας στην Αφρική, ο ιερός Αυγουστίνος συνέπηξε μια μικρή μοναστική αδελφότητα και λίγο αργότερα, αφού επέστρεψε στην Ιταλία, εχειροτονήθηκε από τον γέροντα
Επίσκοπο Βαλέριο πρεσβύτερος, και το 396 μ.Χ. από το Μητροπολίτη Νουμιδίας βοηθός Επίσκοπος. Μετά το θάνατο του Επισκόπου Βαλερίου εξελέγει Επίσκοπος Ιππώνος
και ανέπτυξε μεγάλο πνευματικό έργο. Ζώντας ασκητικά μαζί με τον κλήρό του, διέθεσε την περιουσία του υπέρ των πτωχών, χάρη των οποίων προέβαινε και σε πώληση των
εκκλησιαστικών σκευών. Εκήρυττε το λόγο του Θεού τακτικώτατα και εργαζόταν αδιάλειπτα με ένθεο ζήλο για την καταπολέμηση των αιρέσεων. Υπηρέτησε όσο λίγοι την αλήθεια
του Χριστού με τη γραφίδα. Τα κείμενά του είναι ωκεανός σοφίας και χάριτος. Μερικά απ’ αυτά κτυπούν τις αιρέσεις του καιρού του, με αστραπόβροντα υψηλής θεολογίας και
ανατανίκητη φραστική πειθώ. Άλλα είναι φιλοσοφικά, το περί ψυχής, το περί μουσικής και ένα τρίτο περί του Χριστού ως του μοναδικού Διδασκάλου. Ασχολήθηκε και με την
ερμηνεία της Βίβλου, στρέφοντας το ενδιαφέρον του στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Αλλά και στα δογματικά θέματα προσέφερε αγλαούς καρπούς στοχασμού.

Ο ιερός Αυγουστίνος εκοιμήθηκε με ειρήνη, στις 28 Αυγούστου 430 μ.Χ., σε ηλικία εβδομήντα έξι ετών, πλήρης πικρίας, καθ’ όσον οι Βάνδαλοι, αφού ερήμωσαν την Αφρική,
επολιορκούσαν ήδη την Ιππώνα. Το τίμιο λείψανό του από τη Σαρδηνία, όπου μεταφέρθηκε από Ορθοδόξους Αρχιερείς εκδιωχθέντες από τους Αρειανούς, κατατέθηκε στη
Μητρόπολη της Παβίας κατά τον 8ο αιώνα μ.Χ.

Στίχος
Ἔρωτι φλεχθεὶς τοῦ Θεοῦ Αὐγουστῖνε. Φωστὴρ ἐδείχθης παμφαέστατος, μάκαρ. Ἀμφὶ πέμπτῃ δέκατῃ θαν’ Αὐγουστῖνος ὁ περίπτυστος.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως
Θείου Πνεύματος, λαμπρὸν δοχεῖον, καὶ τῆς πόλεως, Θεοῦ ἐκφάντωρ, ἀνεδείχθης Αὐγουστῖνε μακάριε· καὶ τῷ Σωτῆρι ὁσίως ἱέρευσας, ὡς Ἱεράρχης σοφὸς καὶ θεόληπτος.
Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. α’. Τὸν Συνάναρχον Λόγον
Αὐγουστῖνον τὸν μέγαν ἀνευφημήσωμεν, τὸν Ἱεράρχην τὸν θεῖον τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ καὶ σοφὸν ὑφηγητήν· τῆς ἄνω πόλεως, τὸν θεολόγον τὸν κλεινὸν, προσευχῆς τὸν
ἔραστὴν, καὶ στήλην τῆς μετανοίας· πρεσβεύει γὰρ τῷ Κυρίῳ, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν
Τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, δεχθεὶς ἐν τῇ καρδίᾳ σου, καὶ φῶς γεγονὼς, πιστοὺς ἐφωταγώγησας, τοὺς δὲ ἐχθροὺς κατέφλεξας, τοῖς σοφοῖς σου Πάτερ συγγράμμασιν, Αὐγουστῖνε
μακάρ Χριστὸν, ἀεὶ ἐκδυσώπει, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ
Ὡς τῆς σοφίας κεκτημένος τὴν λαμπρότητα τῆς εὐσεβείας ἀνεδείχθης θεῖον ὄργανον, Ἱεράρχα Αὐγουστῖνε, Χριστοῦ θεράπον. Ἀλλ’ ὡς μύστης τῆς ἐνθέου ἀγαπήσεως
Ἀναπτέρωσον ἡμᾶς πρὸς θεῖον ἔρωτα τοὺς βοῶντάς σοι, Χαίροις Πάτερ θεόληπτε.

Κάθισμα Ἦχος πλ. δ’. Τῆν Σοφίαν καὶ Λόγον
Τὴν σοφίαν ζηλώσας τὴν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐκ ταύτης πλησθῆναι ἐπιποθῶν, τὸν νοῦν σου ἐπέστησας, ἐν τοῖς λόγοις τοῦ Πνεύματος, ἀνιχνεύων μάκαρ, ὡς ἕμφρων τὰ κρύφια,
καὶ ἀρδεύων θείως, ψυχῆς σου τὰς αὔλακας. Ὅθεν ὡσεὶ δένδρον, ἐν ἐξόδοις ὑδάτων, χλοάζον ταῖς πράξεσι, καὶ καρποῦν θεωρήμασιν, ἀνεδείχθης μακάριε· πρέσβευε Χριστῷ
τῷ Θεω, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

Ὁ Οἶκος
Ἐκ τοῦ κρατῆρος τοῦ Πνεύματος πλησθεὶς καὶ τὰ βάθη τῆς τοῦ Θεοῦ σοφίας ἐκεῖθεν μυηθεὶς, γέγονας τοῖς πᾶσι περίβλεπτος. Ποιμὴν δὲ τῆς Ἐκκλησίας προχειρισθεὶς
πνευματικοῖς τε ἄνθεσιν τὴν Ποίμνην σου ἐκθρέψας καὶ πρὸς Θεὸν χειραγωγήσας, ἀπῆλθες πρὸς τὸν Χριστόν· ὅν ἐκδυσώπει ἀεὶ ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις Αὐγουστῖνε Πάτερ σοφέ, Πνεύματος Ἁγίου, τὸ δοχεῖον τὸ ἐκλεκτόν· χαῖρε Ἱεράρχα, καὶ πρόεδρε Ἱππῶνος, ἠμῶν δὲ πρὸς τὸν Κτίστην, πρέσβυς εὐπρόδεκτος.

Μεγαλυνάριον
Ἱεράρχην πάντες τὸν τοῦ Χριστοῦ, καὶ τῶν θεολόγων σεμνολόγημα, καὶ τερπνὸν τοῦ Πνεύματος δοχεῖον, μεσίτην δὲ τῶν πόθῳ, τὴν μνήμην ἐκτελούντων αὐτοῦ ὑμνήσωμεν.

Ακούστε το Απολυτίκιο του Αγίου Αυγουστίνου Επισκόπου Ιππώνος